Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΞΥΠΝΑΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΡΥΦΕΣ

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΞΥΠΝΑΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΡΥΦΕΣ

Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

"Θέμα Προτεραιοτήτων"

Προκυρήξεις. Αυτό είχε πάνω του. Ένα μεγάλο πάκο προκυρήξεις χωμένο στο σακίδιο στην πλάτη του. Και από πάνω τοποθετημένο προσεκτικά ώστε να κρύβει τα χαρτιά αν ανοίξει και κοιτάξει κανείς, ένα πράσινο αδιάφορο φούτερ. Χτυπούσε νευρικά τα δυό δάχτυλα στο κυλιόμενο κάγκελο του κυλιόμενου πεζοδρομίου. Περίμενε να τον πάει ο διάδρομος μέχρι τη γωνία. Και αυτή η αναμονή τον εξουθένωνε. Το φορτίο που κουβαλάει δεν είναι της πλάκας.

Στη γωνία κατέβηκε απο τον διάδρομο που τελείωνε και περίμενε το φανάρι να ανάψει. Αυτός ο χοντρός τόση ώρα ήταν πίσω του, και τώρα δίπλα του. Μεσήλικας κολλημένος πάνω του, σε βαθμό που ένιωθε την μεσήλικη ανάσα του στο σβέρκο. Τι σκατά να θέλει αυτός. Είχε συνωστισμό.

Πρωί στην πόλη. Όλοι κυκλοφορούν με μοναδικό σκοπό θαρρείς να δείξουν πως υπάρχουν. Πως στην γκρίζα πόλη με τον μόνιμα συννεφιασμένο και γκρίζο ουρανό, υπάρχει ακόμη ζωή, κλεισμένη μέσα σε γκρίζα και μαύρα ρούχα, φρεσκοξυρισμένη ή καλοχτενισμένη, πλυμένη με σαπούνια καφεΐνης, ψεκασμένη με λακ και λοσιόν, πάντα σοβαρή και ατσαλάκωτη. Χωρίς παρεκλίσεις και δυσαναλογίες. Με αιτίες και εξηγήσεις, μαθηματικά και διατάγματα, με ποσοτικοποιημένη ηδονή και ευθείες. Και με συγκατάβαση.

Σκέφτηκε πως ανησυχούσε υπερβολικά χωρίς λόγο. Είναι απλά συνωστισμός, ο συνηθισμένος. Παρόλαυτα, κάθε φορά που η άκρη μια τσάντας τον ακουμπούσε τυχαία εκείνος ένιωθε την κάνη ενός όπλου, και η καρδιά του σφιγγόταν περιμένοντας να ακούσει ενα απρόσωπο «Ακολουθήστε με παρακαλώ». Όμως η τσάντα απομακρυνόταν χωρίς να του δώσει σημασία, ίσως και ενοχλημένη, κι εκείνος ένιωθε το κεφάλι του να ξεφουσκώνει απο το αίμα με μια ανάσα ανακουφίσης.

Πέρασε απέναντι, έφευγε απο το κέντρο, εδώ δεν είχε κυλιόμενα πεζοδρόμια, και λιγότεροι τον ακολουθούσαν αυτή τη φορά. Οι ώμοι του τον πονούσαν, οι προκυρήξεις ήταν αρκετά βαριές. Κουράγιο, σκέφτηκε. Τώρα έφτανε.

Και οι φάτσες ακόμη, αλλάζουν σ’αυτές τις γειτονιές. Προσπερνούσε βιαστικός άγνωστα πρόσωπα, χωρίς κόκκινα μάγουλα μεγαλωμένα με συνθετικές βιταμίνες. Κανείς δεν τον κοιτούσε, εκείνος όμως τους κοιτούσε όλους, τουλάχιστον όταν δεν είχε φορτίο να σκέφτεται. Ολόιδια σπίτια στη σειρά με εξωτερικές σιδερένιες σκάλες, και τσιμεντένια ημιυπόγεια. Ορθογώνια παράθυρα, και εξωτερικούς τοίχους βαμμένους όλους σε μια μίξη καφέ και μαύρου. Χαμηλά σπίτια, ξεχαρβαλωμένα. Στέγες μιζέριας και κακοτυχίας, κανείς πλούσιος ή ευτυχισμένος δεν έμενε σ’αυτές τις γειτονιές. Και αυτά τα δυο είναι συνώνυμα για πολλούς, σκέφτηκε.

Όσο πιο κοντά έφτανε στο σπίτι τόσο περισσότερο τον κυρίευε το άγχος. Είκοσι βήματα, δέκα, πέντε, και νάτο. Πέρασε την κάρτα του στην κλειδαριά και η πόρτα άνοιξε. Κοιτώντας μια τελευταία φορά πίσω του μπήκε μέσα, έκλεισε την πόρτα και πήρε μια βαθιά άνασα ανακούφισης. Η πρώτη του φορά στέφθηκε με επιτυχία. Και ήλπιζε να είναι πάντα έτσι. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε είκοσι λεπτά να κρύψει τις προκυρήξεις σε ένα ασφαλές μέρος στο σπίτι, πριν γυρίσει ο αδερφός του απο τη δουλειά. Σκεφτόμενος αυτό άρχισε να ανεβαίνει δυό δυό τις σκάλες.

* * *

Ο αδερφός του, λίγο μεγαλύτερος απο τον ίδιο, απόφασισε να καταταγεί στην αστυνομία στα νιάτα του. Όχι πως είχε ποτέ καμία κλίση ή ανυσηχία για την τήρηση του νόμου και της τάξης. Το μόνο που είχε ήταν ανάγκη απο ένα σταθερό εισόδημα, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι χαροπαλεύουν για ένα μεροκάματο. Αν μπορούσε πότε πότε να έχει και την ψευδαίσθηση πως αυτός κάνει κουμάντο ακόμα καλύτερα. Τα υπόλοιπα ήρθαν μόνα τους. Απο την πλήρη αδιαφορία για οτιδήποτε, στην οποία βρισκόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή, στην σχολή άρχισε να σχηματίζει απόψεις. Απόψεις οι οποίες ενισχύθηκαν και βελτιώθηκαν όσο συναναστρεφόταν με τους συναδέλφους του, και οι οποίες μετά απο μερικά χρόνια παγιώθηκαν στο κεφάλι του. Απόψεις οι οποίες δεν παρέκλιναν καθόλου απο εκείνες της αστυνομίας και του κράτους εν γένει. Ασφάλεια, μέτρηση, απόδοση.

Κυνηγούσε εγκληματίες, βιαστές, δολοφόνους, απαγωγείς και πάει λέγοντας. Αναρωτιόταν πως στο διάολο υπάρχει τόση διαστροφή στον κόσμο. Δηλαδή, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο ζητιάνος έκλεψε ένα καρβέλι ψωμί και δεν πήγε να δουλέψει για να το αγοράσει. Ούτε καταλάβαινε τύπους σαν εκείνον που κατακρεούργησε τη γυναίκα του και την έφαγε, ή την ομάδα που εξάρθρωσαν η οποία διοργάνωνε πάρτυ οργίων, και πόσο μάλλον τους περιθωριακούς αντικαθεστωτικούς με τη μανία τους να βάφουν, να πετούν προκυρήξεις απο τις ταράτσες και να τρομοκρατούν ηλεκτρονικά. Τι τους λείπει όλων αυτών; Γιατί όλοι οι υπόλοιποι δηλαδή είναι ήρεμοι και ευχαριστημένοι ενώ αυτά τα καθίκια παρανομούν και προκαλούν; Η επαναπροσαρμογή ήταν ότι ταίριαζε σε τέτοια μιάσματα. Ο ίδιος βέβαια το πήγαινε λίγο παραπέρα και αναρωτιόταν γιατί θα έπρεπε να ανέχονται γενικά τέτοια ξένα σώματα στην κοινωνία τους. Αλλά γενικά αποδεχόταν την δημοκρατική αντίληψη της επαναπροσαρμογής.

Όταν κάποιος διέπραττε ένα αδίκημα, όποιο και αν ήταν αυτό, αυτό σήμαινε πως στην διαδικασία προσαρμογής του στην κοινωνία κάτι πήγε στραβά, και οι γιατροί ήταν υπεύθυνοι να το διορθώσουν. Η διαδικασία της επαναπροσαρμογής μπορεί να κρατούσε από μερικές ώρες, μέχρι δυό τρείς μέρες ανάλογα την περίπτωση και περιλάμβανε την νέκρωση των ομάδων κυττάρων του εγκεφάλου με έξωθεν παρεμβολή, τα οποία ευθύνονται συνήθως για την στρεβλή προσαρμογή του ατόμου στη κοινωνία. Μετά την προσαρμογή το άτομο δεν είχε πλέον την ικανότητα να αισθανθεί ηδονή, και κατα συνέπεια ούτε επιθετικότητα. Υπήρχαν περιπτώσεις ατόμων που είχαν δυσκολία στην ομιλία, πέθαναν απο ανορεξία, και σχεδόν κανείς τους δεν μπορούσε να παράξει τέχνη ότι κι αν σήμαινε αυτό.

Με λίγα λόγια δεν μπορούσαν να εγκληματίσουν ποτέ ξανά. Το σύστημα αυτό είχε 97% επιτυχία. Οι επινοητές του κατάφεραν να καταργήσουν το περίπλοκο και ασφυκτικό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης του παρελθόντος μαζί με τα δικαστήρια και τις φυλακές που το αποτελούσαν. Τώρα οι πρώην εγκληματίες μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι στην κοινωνία, δουλεύοντας στα δημόσια έργα μετά την επαναπροσαρμογή τους.
Ο αστυνομικός ήταν ευχαριστημένος απο τη δουλειά του. Και θα έκανε το παν για να γίνεται συνεχώς καλύτερος.

* * *

Τα χρόνια περνούσαν κι εκείνος βυθιζόταν όλο και περισσότερο στη ατονία της καθημερινότητας. Άλλαζε συνεχώς δουλειές, σχεδόν κάθε δυό μήνες. Παλιότερα προσπαθούσε να δημιουργήσει προσωπική ζωή, αλλά τελικά το παράτησε κι αυτό. Αφού κανένας άλλος δεν ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο, με ποιόν θα μπορούσε να την δημιουργήσει; Οι μόνοι άνθρωποι τους οποίους έβλεπε σε περιοδική βάση ήταν η παρέα του των αντικαθεστωτικών. Και αυτό ήταν η μόνη του κοινωνική ασχολία πλέον, πέρα απο την εργασία την οποία έτσι κι αλλιώς θεωρούσε καταναγκαστική οπότε δεν τη μετρούσε.

Αισθανόταν την μιζέρια σαν ένα μαύρο σύννεφο πάνω απο αυτή τη πόλη. Εργασία και χαρά χέρι χέρι.
Καμιά φορά στεκόταν στο πάρκο γυρνώντας απο τη δουλειά. Καθόταν σε ένα παγκάκι, και άλλωτε κοιτούσε κάτω, άλλωτε τους περαστικούς. Μερικοί τον κοιτούσαν περίεργα. Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο ένας ώριμος άντρας να κάθεται σε παγκάκια στο πάρκο. Αυτά είναι για τα παιδιά.

Εκείνες τις στιγμές αναρωτιόταν αν είναι ο μόνος που αισθάνεται έτσι. Αναρωτιόταν αν τελικά είναι δυνατό κανείς άλλος να μην αντιλαμβάνεται όσα εκείνος, και μήπως τελικά είναι τρελός. Αυτή η ιδέα του καρφώθηκε για κάποιο διάστημα, και βάλθηκε να διαβάζει βιβλία ψυχολογίας. Σύντομα όμως τα πέταξε σαν χαζομάρες, και αποφάσισε πως είτε είναι τρελός είτε όχι, για τον ίδιο δεν έχει και τόση σημασία. Δεν τον νοιάζει. Αυτός θα συνεχίσει να αισθάνεται και να αποφασίζει με βάση τα εισερχόμενα μυνήματα του περιβάλλοντος του.

Κάποιες ώρες διάβαζε σπίτι τα βράδυα. Ο αδερφός του φυσικά δεν ήξερε τίποτα για την δράση του, αλλά κάποια πολιτικά βιβλία τα διάβαζε μπροστά του, μισο κρυφά μισο φανερά. Ο αδερφός του ποτέ δεν διάβαζε βιβλία και ούτε πολυέδινε σημασία. Προτιμούσε να βλέπει ταινίες ή τηλεόραση στον υπολογιστή.

Ο ίδιος απεχθανόταν την τηλεόραση. Ένα μέσο που υποτίθεται πως απευθύνεται σε όλους, μιλούσε μόνο για τα προβλήματα των δημοσιογράφων που το απαρτίζουν. Η τηλεόραση δεν έδειχνε ποτέ τίποτα άλλο, παρα μόνο για γάμους γεννήσεις και κηδείες δημοσιογράφων. Άλλες φορές οι ίδιοι πάλι άνθρωποι μιλούσαν απογοητευμένοι για τους κακούς βαθμούς των παιδιών τους στο σχολείο ή διεξήγαγαν ζωντανά τηλεψηφίσματα του κοινού για το χρώμα που θα επέλεγαν να βάψουν τους τοίχους των σπιτιών τους. Ο αδερφός του σε μια συζήτηση επι του θέματος, του είχε πεί πως έβρισκε εξαιρετικά ψυχαγωγικό το όλο θέαμα.

«Στην τελική» του πέταξε αδιάφορα «εσύ δεν έχεις κάτι το ξεχώριστο απο όλους εμάς τους υπόλοιπους για να μας πείς. Είσαι ο μέσος όρος όπως κι εγώ, αυτοί όμως σου δείχνουν κάτι καινούριο» είπε και γύρισε το βλέμμα του πάλι στην οθόνη.
Ο αδερφός του ήταν αστυνομικός. Εντολοδόχος και εκτελεστής της εξούσιας που ο ίδιος μαχόταν. Δεν τον μισούσε γι’αυτό. Άλλωστε με τον αδερφό του ποτέ δεν είχαν έρθει ιδιαίτερα κοντά. Όσο μεγάλωναν μάλιστα συνέβαινε το αντίθετο. Όχι δεν τον μισούσε. Αλλά ένιωθε ένα βαθύ οίκτο γι’αυτόν. Οίκτο αγάπης. Όπως και να ‘χε ήταν αδέρφια, δεν μπορούσε να πνίξει τα όποια συναισθήματά του σε έναν στείρο ορθολογισμό.

Το θέμα είναι πως δεν σκεφτόταν συχνά τον αδερφό του. Αυτό που τριγύριζε στο μυαλό του τελευταία πάλι και πάλι και πάλι ήταν ο βορράς. Η κατάσταση εκεί είχε φτάσει στο χείλος του γκρεμού. Τα νέα από τα βόρεια της χώρας ήταν εξαιρετικά αισιόδοξα για εκείνον και τους άλλους αντικαθεστωτικούς. Οι ανατινάξεις, και οι ανταλλαγές πυροβολισμών έχουν γίνει καθημερινό φαινόμενο εκεί. Οι αντικαθεστωτικοί εκεί τα πάνε καλά. Και το μόνο που ήθελε τώρα ήταν να είναι κι αυτός εκεί. Να βοηθήσει, να ζήσει την ηδονή της αντίστασης. Να είναι παρών στην γέννηση εκείνου που ερχόταν.

Έκανε σχέδια για τη φυγή του, δεν ήταν και εύκολο πράγμα. Αν έφευγε πιθανότατα δεν θα μπορούσε να ξαναγυρίσει πίσω. Την σχεδίαζε προσεκτικά μαζί με μερικούς από την παρέα του. Και ανυπομονούσε.

* * *

Ένα πρωινό, ετοιμαζόταν να φύγει για την δουλειά του, όταν άκουσε απ’έξω λάστιχα να στριγκλίζουν στη στροφή και τον διαπεραστικό ήχο από τις σειρήνες να σταματούν έξω από το σπίτι του. «Όχι ρε πούστη..» σκέφθηκε αμέσως. «Δεν προλαβαίνω ούτε τις σημειώσεις μου να καταστρέψω…».

Ένιωσε τα πόδια του αδύναμα, αν και είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά για κάτι τέτοιο εδώ και χρόνια. Άκουσε πόρτες αυτοκινήτων να ανοίγουν και ποδοβολητά, διαταγές και βρισιές. Και ύστερα κάτι σαν έκρηξη από το διπλανό σπίτι. Είχε κρεμαστεί πίσω από το παράθυρο προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Από τη γωνία που μπορούσε να δεί, διέκρινε τρία βαν της αστυνομίας, αλλά πρέπει να υπήρχαν και άλλα. Από μέσα βγήκαν τρέχοντας πάνοπλοι αστυνομικοί ιδίου αναστήματος και φυσικής κατάστασης ντυμένοι στα μαύρα με κουκούλες. Είχαν όλων των ειδών τα όπλα κρεμασμένα πάνω τους, και στα χέρια τους κρατούσαν κάτι τεράστια υπερσύγχρονα τουφέκια με τα οποία απ’οτι ήξερε πετύχαινες μύγα στο ένα χιλιόμετρο ή ανατίναζες ολόκληρο τοίχο.

Εισβάλανε στο διπλανό σπίτι! Αλλά γιατί;
«Τι στο καλό…»
Προσπαθούσε να σκεφτεί. Στο διπλανό σπίτι έμενε ένας γεράκος γύρω στα εξήντα πολύ συμπαθητικός. Δούλευε σε εργοστάσιο πλαστικού τα τελευταία σαράντα χρόνια και ήταν πάντα μόνος. Μήπως είχε κανα γιό μπλεγμένο; Τι μπορεί να ήθελαν;
Μετά από όχι παραπάνω από δύο λεπτά συνεχόμενων κρότων και ήχων σπασιμάτων από δίπλα εμφανίστηκαν πάλι σέρνοντας τον γεράκο δύο από αυτούς ενώ άλλοι τρείς τον σημάδευαν. Φαινόταν χαμένος, και ανήμπορος. Τον έχωσαν με σπρωξιές σε ένα βαν και έφυγαν σπινιάροντας. Κάποιοι έμειναν πίσω και άπλωναν την προειδοποιητική ταινία της αστυνομίας γύρω από το σπίτι για να το ελέγξουν προφανώς.

Το πρόσωπο του είχε ασπρίσει σαν πανί. Βυθίστηκε σε μια μικρή πολυθρόνα με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Τι μπορεί να είχε συμβεί; Τι σχέση μπορεί να είχε ο γεράκος με την αντίσταση για να έρθουν μπάτσοι από το σώμα επιβολής τάξης; Δεν θα τον είχε πάρει κάπου το μάτι του αν είχε σχέση; Πολύ περίεργα πράγματα… Αργότερα έμαθε πως η αστυνομία έκανε έφοδο σε σπίτια άλλων δεκαοχτώ υπόπτων για αντικαθεστωτική δράση εκείνη τη μέρα. Ύποπτοι σήμαινε πως όλοι θα επαναπροσαρμοστούν.
Δάκρυσε για τους χαμένους του συντρόφους. Ήξερε μερικούς από αυτούς.

Από εκείνη τη μέρα άρχισε να αισθάνεται ασφυκτικά. Εκείνη τη μέρα αποφάσισε να βρεί ένα όπλο. Αν ο κλοιός σφίγγει γύρω από τους αντικαθεστωτικούς, τότε προτιμούσε να πεθάνει μαχόμενος, παρά να επαναπροσαρμοστεί.


* * *

Ήταν άλλη μια απο τις ατέλειωτες βόλτες του. Αυτή τη φορά ήταν λίγο περισσότερο μπερδεμένος. Και τσαντισμένος. Ο αδερφός του.
Του έπρηξε τ’αρχίδια πάλι. Η εκείνος έπρηξε τ’αρχίδια του αδερφού του. Τέλος πάντων είχαν μια κωλοσυζήτηση. Από τις λίγες φορές που συμβαίνει αυτό. Ίσως και η πρώτη.
Εντάξει όλοι έχουν μια δουλειά. Ο καθένας κάτι φτιάχνει, κάτι προσφέρει. Ο μπάτσος ο αδερφός του τι κάνει; Δέρνει φυλακίζει σκοτώνει και πληρώνεται. Τι σόι δουλειά είναι αυτή;
«Όσο και αν με βρίζεις πρέπει να έχεις υπόψιν σου», του είπε εκείνος, «ότι το μοναδικό που μας επαναλαμβάνουν συνεχώς είναι να δηλώνουμε οτιδήποτε πέφτει στην αντίληψη μας όσο ασήμαντο και να είναι. Να προσέχουμε όλες τις λεπτομέρειες. Να χτυπάμε έστω κι αν δεν είμαστε σίγουροι. Ο τελικός σκοπός δεν είναι απλά να πιάσουμε τους κακούς. Είναι να δηλώσουμε ότι είμαστε εδώ. Αυτό είναι πιο σημαντικό, και έτσι στέκεται στα πόδια της αυτή η χώρα τόσα χρόνια. Αυτή είναι η δουλειά μου, και την κάνω όσο πιο καλά μπορώ για το καλό όλων μας.» Πήρε μια βαθιά ανάσα, και συνέχισε κοιτώντας κάτω. «Άλλωστε... υπάρχουν πάντα οι ποινές και είναι οι σκληρότερες γιατί εμείς πρέπει να είμαστε τα υποδείγματα. Αν για παράδειγμα μαθευτεί ότι έκανα τα γλυκά μάτια σε κάποιον ύποπτο και δεν τον σάπισα ή ότι ήξερα κάτι και δεν το δήλωσα τότε τίθεμαι κατευθείαν στην διάθεση της επιτροπής αναπροσαρμογής.»
Τα δύο αδέρφια κοιτάχτηκαν στα μάτια.
«Οι καιροί είναι δύσκολοι και τη χώρα πρέπει να τη στηρίξουμε όλοι μας. Αυτό απαιτεί από μας και αυτό πρέπει να κάνουμε, χωρίς συναισθηματισμούς» τελείωσε ο αστυνομικός, για να δεί τον αδερφό του να φεύγει βροντώντας την πόρτα πίσω του.
Αυτά σκεφτόνταν, αραγμένος σε ένα παγκάκι. Αυτό που τον εκνεύριζε περισσότερο ήταν η ψυχραιμία του αδερφού του. Μπορούσε να μιλάει για τον κλινικό θάνατο ανθρώπων, για τυφλή υπακοή σε κανόνες και διατάγματα, για την ανυπαρξία ψυχαγωγίας και ιδιωτικής ζωής, και όλα αυτά να τα παρουσιάζει σαν το πιο απλό πράμα. Σαν ένα καθήκον. Δεν το χωρούσε ο νούς του. Ήξερε πως ο αδερφός του δεν ήταν καθίκι όπως ο περισσότεροι μπάτσοι. Ήταν ώριμος άνθρωπος, προσγειωμένος. Έβγαζε το ψωμί του.
Κι αυτό τον έπνιγε. Η ιδέα οτι ο αδερφός του κάνει αυτή τη δουλειά, οτι ο ίδιος ήταν τώρα πια τόσα χρόνια αντικαθεστωτικός και κρατούσε αυτό το μυστικό, τον έπνιγε. Ήθελε τόσο να του πεί για να τα βγάλει από μέσα του αλλά αν το έκανε ο αδερφός του θα καταλάβαινε τις ιδέες του, την επιλογή του. Και τότε; Δεν μπορούσε να προβλέψει. Μετά την τελευταία τους συζήτηση, αυτό που μάλλον θα γινόταν θα ήταν να τον δηλώσει. Ίσως η συνειδητοποίηση της επικείμενης προδοσίας απο το ίδιο του το αίμα τον τρομοκρατούσε περισσότερο απ’όλα τελικά.

Θα το έκανε όμως ο μεγάλος του αδερφός; Όλα έδειχναν πως ναί, αλλά η αμφιβολία στριφογύρνουσε σαν μέλισσα μέσα στο μυαλό του παρολαυτά. Δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Τους εκπαιδεύουν σκληρά, τους κάνουν όργανα, ρομπότ της κυβέρνησης, αλλάζοντας τους την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων τους τελικά, αλλά δεν μπορεί να μην υπάρχουν κάποια σταγονίδια ανθρωπιάς ακόμα μέσα τους.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε πως όπως και να έχει αυτές οι σκέψεις είναι περισσότερο φιλολογικού ενδιαφέροντος, μιας και ποτέ δεν θα αποκάλυπτε στον αδερφό του τι πραγματικά είναι. Τις άφησε προς το παρόν στην άκρη, μαζί με τόσες άλλες σκέψεις που του προξενούσαν τρόμο για τη φύση της κοινωνίας που ζούσε.

Γύρισε σπίτι. Ο αδερφός του έβλεπε μαλακίες στην τηλεόραση, και δεν γύρισε καν να τον κοιτάξει όταν μπήκε. Ίσως να αισθανόταν κάποιες ενοχές.
Πήγε στο δωματιό του, και έκλεισε την πόρτα πίσω του. Γονάτισε στο πάτωμα,και έβαλε το χέρι του κάτω απο το κρεβάτι του και γυρνώντας το προς τα μέσα έπιασε απο ένα εσωτερικό κούφωμα το πιστόλι του. Κάθησε στο κρεβάτι του και το ξετύιλιξε απο το άσπρο του πανί. Το χάιδεψε στο πλάι, παρατηρώντας το φώς να λαμπύριζει στην ασημένια του επιφάνεια. Το πήρε στο χέρι του. Το έσφιξε, και έκλεισε τα μάτια. Αν μη τι άλλο του έδινε μια σιγουριά. Αισθανόταν περισότερο ασφαλής, πιο βέβαιος κρατώντας το.
«Μαζί θα βγάλουμε άκρη» ψιθύρισε κοιτώντας το, και ύστερα το έχωσε ξανά στην κρυψώνα του.

* * *

«Είναι απίστευτο! Απίστευτο! Τι μαλακίες μου λές; Τι μαλακίες μου λές;»
«Σου λέω αυτό που έγινε, ο γέρος ψαχνότανε, τα ήθελε ο κώλος του. Και πρόσεχε τα λόγια σου μαλακισμένο.»
«Είσαι τόσο ρουφιάνος πιά; Τι μαλακίες σας λένε εκεί που δουλεύεις; Ο γέρος δεν είχε να φάει και τον έστειλες στο απόσπασμα!»
«Ρουφιάνος; Που τα έμαθες εσύ αυτά;»
«Αυτό δεν είσαι;»
«Κάνω τη δουλειά μου για το καλό όλων μας.»
«Ναί νιώθω ήδη πολύ καλύτερα που σκότωσαν τον ανήμπορο γεράκο δίπλα μας.»
«Δεν τον σκότωσαν πόσες φορές θα στο πώ;»
«Δεν έχει και μεγάλη διαφορά με το θάνατο αυτό που του έκαναν.»
«Εσύ τι στο διάολο ανακατεύεσαι; Εκείνοι ξέρουν πολύ καλά τι δουλειά τους.»
«Ωραία δουλειά! Να δολοφονείς κοσμάκη. Δεν ντρέπεσαι λίγο ρε αλήτη;»
«Αντε γαμήσου ρε μαλάκα πιτσιρικά! Δούλεψε καμιά φορά σοβαρά στη ζωή σου και μετά έλα πες μου. Οτι και να του έκαναν του άξιζε του πούστη!»
«Εσένα τι σου έφταιξε ρε;»
«Τον έβλεπα τον κωλόγερο, έβγενε τα βράδυα και έσκαβε το κήπο του. Μετά έκοβε βόλτες ΄δεξια κι αριστερά, τον είχα πετύχει πολλές φορές να βολτάρει χωρίς λόγο. Δεν θέλει και πολύ σκέψη! Ποιός φυσιολογικός άνθρωπος τα κάνει αυτά; Τόσο μαλάκας είσαι και δεν καταλαβαίνεις;»
«Είσαι τρελός! Ψυχάκιας! Στο διάολο κωλο φασίστα σε βαρέθηκα να πας να γαμηθείς!». Ο μικρός επικύρωσε τα τελευταία του λόγια με τον δυνατό γδούπο της πόρτας του δωματίου του.
«Να πάω να γαμηθώ; Να φέρεις μόνος σου ψωμί στο σπίτι λοιπόν μαλάκα απο δώ και πέρα!» του φώνααξε ο αδερφός του απέξω αλλά δεν πήρε απόκριση και γύρισε απο την άλλη.
«Λογικέψου ρέ!» του φώναξε μια τελευταία φορά πριν κάτσει να δεί τηλεόραση.
Ο μικρός κλεισμένος στο δωμάτιο του, έβαλε το κεφάλι του στα χέρια τοθ.
«Τι στο διάολο συμβαίνει , τι στο διάολο γαμώ την πούτανα μου... Ο σκατόμπατσος ο αδερφός μου τον έδωσε.. Χωρίς κανένα απολύτως στοιχείο.. Γείτονας μας 20 χρόνια!
Ως που μπορεί να φτάσει;
Άρχισε να φοβάται τον αδερφό του.
Πόση ντόπα του έχουν δώσει; Δεν έχει πια ίχνος αξιοπρέπειας; Ανθρωπιάς; Τι έχει γίνει;
Ένα μαλθακό τέρας που δέρνει και σκοτώνει κόσμο για να βγάλει λεφτά. Και ύστερα δεν κάνει τίποτα άλλο απο το να τρώει βρομιές στη τηλεόραση. Δεν τον νοιάζει τίποτα. Δεν νιώθει οίκτο, αγάπη η μίσος. Είναι μια μηχανή, λαδωμένη καλά, μια φθηνή μηχανή ακριβείας στην υπηρεσία της κωλοκοινωνίας μας.
Τον τρομοκρατούσε η ιδέα....
«Μια φθήνη μηχανή ακριβείας...»
Τρόμαζε βαθιά για αυτό που είχε γίνει ο αδερφός του. Ακόμα περισσότερο για όσα φανταζόταν οτι ο αδερφός του μπορούσε να κάνει.
Αλλά πιο πολύ απ’όλα, τρόμαζε στην ιδέα πως κι εκείνος δεν ήταν τελικά τίποτα παραπάνω απο την άλλη όψη του ίδιου νομμίσματος.
«Μια φθηνή μηχανή ακριβείας...»
Πως όλοι, ανεξαιρέτως είναι παίκτες στο ίδιο παιχνίδι. Οι περισσότεροι απο τη μια και οι λιγότεροι απο την άλλη. Αλλά οτι κανείς δεν μπορεί με κανένα τρόπο να μη δεχτεί να παίξει. Τρόμαζε γιατι στα μάτια του αδερφού του έβλεπε την κοινωνία αυτοπροσώπως και ο ίδιος είναι ένα μέρος της, όπως είναι και μέρος του αδερφού του.
«Μια φθηνή μηχανή ακριβείας...»
Ήξερε οτι δεν είχε και πολλά περιθώρια στη ζωή του να ξεφύγει, ποιος είχε άλλωστε; Αλλά αυτό... αυτό δεν γίνεται να το παραδεχτεί για τον εαυτό του. Όσο και αν το διαισθάνεται. Όσο κι αν μια φωνή του φωνάζει «Κι εσύ δηλαδή τι παραπάνω έχεις και δεν είσαι σαν τους άλλους; Αρχίδια!»
Εκείνος ελπίζει. Αλλά ο φόβος, είναι πάντα εκεί. Καθισμένος, κουρνιασμένος σε μια υγρή σκοτεινή γωνιά του μυαλού του. Δεν τον βλέπει ούτε μπορεί να τον προσδιορίσει. Αλλά αισθάνεται την παρουσία του, και αυτό είναι αρκετό. Κι εκείνος φροντίζει να την κάνει αισθητή.
Η ίδια η πόλη του έχει εντρυφήσει τον φόβο στο κεφάλι του. Με το πέρασμα των χρόνων. Άνθρωποι σαν τον αδερφό του, ή εκείνους που τον σκουντάνε στο δρόμο και δεν τον κοιτούν ποτέ. Τα ολόιδια σε σχήμα και χρώμα κτίρια, και οι αχανείς δρόμοι. Οι μπάτσοι και τα μάτια τους, η δουλειά του, και οι απαγορεύσεις της νύχτας. Οι άνθρωποι δείχνουν να φοβούνται και να τρέχουν να προστατευτούν απο κάτι, και κάποιοι άλλοι προσπαθούν τους προστατέψουν απο αυτό το ίδιο κάτι, με μάτια και απαγορεύσεις και ομοιότητα. Όλοι συμπεριφέρονται σαν να ξέρουν περι τίνος πρόκειται, αλλά στην πραγματικότητα κανείς δεν ξέρει. Γιατί ο φόβος, δεν σε κοιτά ποτέ κατάματα. Απλά κάνει αισθητή τη παρουσία του μέσα απο τη σκοτεινή γωνιά του κι αυτό είναι αρκετό...
Και τώρα;
Ο άντρας σήκωσε το κεφάλι απο τα χέρια του, και κοίταξε τον τοίχο μπροστά του, χωρίς όμως να τον βλέπει. Το βλέμμα του έμοιαζε να αντικρύζει έναν ορίζοντα πολλά χιλιόμετρα μακριά. Το χέρι του έκανε μια ασυναίσθητη κίνηση προς εκείνο που έχει κρύψει κάτω απο το κρεβάτι του, αλλά την έκοψε μόλις τη κατάλαβε.
«Τώρα μόνο ο βοράς μου μένει.»

«Λογικέψου ρε!»
Και πως τολμούσε να του λέει εκείνος να λογικεφτεί;
Πως μπορούσε ο οποοιοσδήποτε να του πεί να λογικεφτεί;
Τη στιγμή που κανείς γύρω του δεν είναι λογικός. Τη στιγμή που τίποτα γύρω του δεν είναι λογικό.
Η λογική η ίδια είναι μια φαντασίωση του ανθρώπου που ο ίδιος θα ήθελε να υπάρχει αλλά τελικά δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει τίποτα.
Όσο και αν σκίζουν τα ιματιά τους οτι τόσα χρόνια πολιτισμού μας έμαθαν να λύνουμε τις διαφορές μας λογικά, στην ουσία κανένα επιχείρημα ποτέ δεν βασίστηκε στη λογική ούτε καν ισχυροποιήθηκε έστω και λίγο απο αυτήν. Ακόμα και τώρα η μοναδική οδός απόδειξης του δίκαιου είναι η πατροπαράδοτη βία. Κανείς ποτέ δεν κατάφερε να αποδείξει οτι έχει δίκιο αν δεν είχε δύναμη, που να μπορούσε να μεταφραστεί σε βία. Η λογική δεν έσωσε κανέναν απο το θάνατο ούτε απο τη ζωή. Δεν βοήθησε ποτέ καμία κατάσταση γιατι πολύ απλά δεν υπάρχει. Δεν εξήγησε ποτέ κανένα φαινόμενο, γιατί τα φαινόμενα αδιαφορούν παγερά γι’αυτήν. Το πιο τρομακτικό είναι πως οι ίδιοι οι άνθρωποι αδιαφορούν γι’αυτήν, και μάλιστα όχι λόγω του οτι είναι χαμένοι στο συναισθημά τους αλλά επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, δεν μπορούν να βρούν ένα τρόπο. Αν η λογική υπήρχε, θα είχαμε ήδη ανακαλύψει ένα μηχάνημα που χρησιμοποιώντας την να αποδυκνείει ή να καταρίπτει θεωρίες. Και πολύ σύντομα θα είχαμε αγγίξει την αλήθεια. Το απόλυτο.
Αλλά η λογική δεν είναι μία όπως δεν είναι και η αλήθεια μια. Είναι τόσες πολλές, που τελικά δεν είναι. Είναι άπειρο. Κι έτσι η υποθεσή της, καταλήγει παρόμοια με αυτή του θεού. Αν κάτι δεν μπορούμε να το συνειδητοποιήσουμε καν, δεν έχει και σημασία για μας, είτε υπάρχει είτε όχι, μπορεί να πάει να γαμηθεί. Κι εμείς να το γράψουμε στ’αρχίδια μας.

Τσίτες. Έσκυψε καθιστός ανάμεσα στα πόδια του και τράβηξε το πιστόλι του.
«Στο διάολο.»
Ήθελε κάτι να σπάσει. Σε κάποιον να φωνάξει. Κάτι να καταστρέψει. Κάτι να τελειώσει. Όπλισε το πιστόλι, και το έχωσε στη τσάντα.
«Στο διάολο.»

Ο αδερφός του σάστισε όταν τον είδε να βγένει σ’αυτή τη κατάσταση απο το δωματιό του με ένα σακίδιο στον ώμο του.
«Τι κάνεις ρε; Που πάς;»
Αλλά δεν χρειάστηκε να πάρει απάντηση. Με μιας τα κατάλαβε όλα. Όλες οι υπόνοιες που μπορεί να είχε τόσο καιρό επιβεβαιώθηκαν σε μια στιγμή.
Πισωπάτησε.
«Πάω στο βορά.»
Η απαντηση ήρθε και του κοψε τα πόδια.
«Δεν μπορείς να φύγεις.»
«Μπορώ.»
«‘Όχι!»
Προχώρησε και ο αδερφός του μπήκε μπροστά του. Τον κοίταξε κατάματα Χοντρές στάλες ιδρώτα εμφανίστηκαν στο μέτωπό του.
«Εισαι απο αυτούς τελικά ... ε;»
Είπε με καποιο δισταγμό αν και ήταν σχεδόν σίγουρος για την απάντηση.
Ο μικρότερος αδερφός του δεν του απάντησε ξανά. Τον κοίταξε μόνο κατάματα.
«Απάντησε μου. Είσαι;»
Ούτε τώρα πήρε απάντηση. Ο αδερφός του απλώς τον κοιτούσε και έσφιγγε τα δόντια.
Τότε τον έπιασε απο τους ώμους και τον ταρακούνησε
«Απάντησε μου γαμώ την πουτάνα μου! Απάντα μου δεν ξέρεις να μιλάς;» Του φώναξε μέσα στη μούρη. Τον έσπρωξε πίσω και του έδωσε ένα δυνατό χαστούκι.
Η τσάντα έπεσε απο τον ώμο του σαν σε αργή κίνηση. Ο ίδιος παραπάτησε πάνω σε κάτι καρέκλες.
Σήκωσε το προσωπό του προς τον αδερφό του. Τώρα το βλέμμα του δεν ήταν απαθές πια. Ήταν οργισμένο. Του όρμησε και τον έπιασε απο τον γιακά. Τον χτύπησε ξανά και ξανά με τη γροθιά του στο πρόσωπο.
«Δεν θα μου στερήσετε τη ζωή μου πούστηδες! Θα σας γαμήσω πρώτος!» φώναζε εκτός εαυτού.
Ο αδερφός του τον γρονθοκοπούσε κι αυτός μανιασμένος στην κοιλιά, πεσμένοι και οι δύο κάτω με τον μικρό να φωνάζει συνεχώς, ενα κουβάρι που στο διάβα του πήρε αμπάριζα καρέκλες, τραπέζια, χαλιά.
«Θα σας γαμήσω όλους!»
Ο μεγάλος αδερφός με την μύτη ανοιγμένη κατάφερε να τον ακινητοποιήσει στο πάτωμα και κάθισε επάνω του, κοπανώντας τα μούτρα του. Ο μικρός βρέθηκε σε μειονεκτική θέση, δεν μπορούσε να ξεφύγει, και δεχόταν απανωτές γροθιές στο κεφάλι. Ένιωσε το πρόσωπό του μουδιασμένο, κι ανάμεσα σε χέρια που παλεύουν διέκρινε σαν σε καρέ το πρόσωπο του αδερφού του, σκληρό και αδυσώπυτο με τραβηγμένα χείλη σε μια γκριμάτσα τρόμου, αναψοκοκκινισμένο με λεκέδες αίματος. Τον κοιτούσε και τον χτυπούσε χωρίς οίκτο. Τα χέρια του, άρχισαν να χάνουν την δυναμή τους, και το κεφάλι του έγειρε στο πλάι, όλα σκοτείνιασαν.

Δεν πρέπει να έμεινε έτσι πάνω απο μερικά λεπτά. Το πρώτο που άκουσε ήταν βήματα πάνω απο το κεφάλι του. Βαριά βήματα. Ο αδερφός του. Το κεφάλι του πονούσε πολύ. Γαμημένα πολύ. Άκουσε τον αδερφό του να μιλάει. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι έλεγε. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, ένιωθε το σώμα του αδύναμο να επανέλθει.
«Τι στο πούτσο… Ναι; Το τμήμα 3456 παρακαλώ. Μην με κρατήσετε στην αναμονή πάλι καμια ώρα είναι επείγον. Νούμερο 77Β890. Ναι.»
Ο μικρός τέντωσε το χέρι του αδύναμα. Ο αδερφός του συνέχιζε να βηματίζει πάνω κάτω νευρικά. Αν είναι δυνατόν, έπερνε τηλέφωνο τους συναδέλφους του τους μπάτσους να έρθουν εδώ να τον πιάσουν. Έπρεπε να δράσει γρήγορα, αλλιώς σε λίγα λεπτά θα ήταν χαμένος. Τέντωσε τα δάχτυλα του, η τσάντα του πεσμένη μερικά χιλιοστά μακριά του.
Έχωσε αργά το χέρι του μέσα και άγγιξε το μεταλικό του όπλο.
«Υπ’αριθμόν 6628 υπόψιν του κύριου Αξιωματικού. Μα πόσες φορές θα το πώ; Είναι τόσο δύσκολο να δηλώσω ένα 101;»
Το άγγιξε. Λύγισε ελαφρά τα δάχτυλα του και το έφερε πιο κοντά. Το έπιασε τελικά και το ακούμπησε δίπλα του. Ο αδερφός του βροντοφώναζε στο τηλέφωνο και δεν έδινε καμιά σημασία.
Ο μικρός ρούφηξε τη μύτη του που έτρεχε αίμα σα βρύση. Πίεσε το μικρό μοχλό στο πλάι του όπλου. Ο γεμιστήρας αποσυνδέθηκε με ένα κλικ.
Ο αδερφός του είχε τώρα σταθεί ακριβώς από πάνω του γυρισμένος πλάτη.
Ο μικρός τράβηξε το γεμιστήρα, και χάιδεψε τους αιχμηρούς υποδοχείς των ελατηρίων στην άκρη του. Με μια γρήγορη κίνηση γυρνώντας μπρούμητα τους κάρφωσε στα δάχτυλα των ποδιών του αδερφού του, που ούρλιαξε από πόνο και από τη σαστιμάρα του έριξε το τηλέφωνο κάτω.
Εκείνος με δυο τρείς άγαρμπες κινήσεις κατάφερε να σταθεί στα πόδια του αν και παραπατούσε ακόμα. Κρατούσε ακόμα το πιστόλι. Η θολούρα γύρω ξεδιάλυνε σιγά σιγά. Με το κεφάλι λοξά έβλεπε τον άλλο άντρα μπροστά του να κρατάει το ματωμένο του πέλμα και να βλαστημά. Σιωπή έπεσε όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, όταν τον είδε όρθιο με το πιστόλι στο χέρι. Υπήρχε μια ακόμα σφαίρα στη θαλάμη, και το ήξεραν και οι δύο.
«Τους κάλεσες;» ήταν αυτό που του είπε.
Ο άλλος απέφυγε να τον κοιτάξει στα μάτια.
«Έκανα απλά το καθήκον μου.»
«Πρόλαβες να τους το πείς ή όχι;»
Ο άλλος τον κοίταξε επιτέλους στα μάτια.
«Ακόμα κι αν δεν πρόλαβα θα τα μάθουν όλα κάποια στιγμή. Δεν μπορείς να ξεφύγεις ρε μαλάκα! Που θα κρυφτείς; Κανένα από τα κατακάθια σαν του λόγου σου δεν ξεφεύγει στο τέλος. Τι θα κάνεις;»
Ο αντικαθεστωτικός σήκωσε το πιστόλι του. Ο αστυνόμος το κοίταξε με περιφρόνηση. Ήταν μπροστά στο προσωπό του τώρα.
«Τι θα κάνεις θα με πυροβολήσεις τώρα;» τον κοιτούσε χλευαστικά.
«Είσαι.. απλά ένας μπάτσος, δεν είσαι ο αδερφός μου. Θα με άφηνες άνετα στα χέρια τους. Να μου κάνουν όλα αυτά τα φρικτά πράγματα…» με τα λόγια αυτά το προσωπο του τσάκισε, τα μάτια του βούρκωσαν.
«Μα… είναι για το καλό σου…» απάντησε ο άλλος με ένα ειρωνικό μειδίαμα στα χείλη.
«Το καλο μου είναι να είμαι ελεύθερος» ο αντικαθεστωτικός πετούσε σάλια. «Κι εσύ είσαι το εμπόδιο μου προς την ελευθερία. Θα φύγω για εκεί. Και ο μόνος που θα με έψαχνε, ο μόνος που θα νοιαζόταν είσαι εσύ. Και θα με έψαχνες για να με βλάψεις. Εσύ είσαι το εμπόδιο μου. Ή εσύ ή η ελευθερία. Ή ο θάνατος ή η ζωή. Είναι θέμα προτεραιοτήτων….»
«Μη λες μαλακίες δεν έχεις πουθενά να πάς…»
Ο αντικαθεστωτικός τώρα έβλεπε απέναντι τον μπάτσο. Κανένα συναισθηματικό δέσιμο δεν υπήρχε μεταξύ τους.
«Μπορούμε να το λύσουμε μαζί…»
Όσο κι αν αντιπαθούσε την λογική, τώρα είχε μπροστά του ένα εμπόδιο και μόνο, τίποτα άλλο.
«Όλοι νοιαζόμαστε για σένα, κανείς δεν θα σε βλάψει..»
Εικόνες περνούσαν από το μυαλό του.
«Πρέπει απλά να γίνεις καλά…»
Άσπρα δωμάτια, άσπρα ρούχα, άσπρος, αλέκιαστος εγκέφαλος.
«Έλα τώρα, άκου.»
Με ένα εκκωφαντικό κρότο μέσα στο μικρό δωμάτιο, ο αντικαθεστωτικός πυροβόλησε. Ο αστυνόμος έλουσε το πάτωμα με κίτρινα χυμένα μυαλά και μαυροκόκκινο αίμα. Το νεκρό κορμί έπεσε βαρύ μπροστά στα πόδια του ανθρώπου που κρατούσε το καπνισμένο πιστόλι. Το κοιτούσε.
Και τώρα θα έπρεπε να φύγει. Κανονικά. Αλλά τι ήταν το κανονικό; Κανονικά είχε και αδερφό. Τώρα δεν είχε. Μετά από ένα δευτερόλεπτο.
Θα έπρεπε να τρέξει, αν όλα είχαν γίνει με λογικό τρόπο. Αλλά δεν είχαν γίνει καθόλου έτσι.
Έβγαλε μια μακρόσυρτη κραυγή με όσο αέρα είχε στα πνευμόνια του.
Όλα είχαν ανακατευτεί μέσα στο μυαλό του, δεν μπορούσε να σκεφτεί ή να δεί τίποτα. ΄Ηταν απελπισμένος. Ένιωσε ναυτία. Και τώρα θα έπρεπε να φύγει μακριά.

Σωριάστηκε σαν νεκροζώντανος σε μια πολυθρόνα. Ακόμα κρατούσε το πιστόλι στο χέρι. Κοιτούσε τον τοίχο απέναντι. Έγειρε μπροστά, ακούμπησε το πρόσωπό του στο χέρι του και άρχισε να κλαίει.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επειδή...το Κράτος δεν μπορεί παρά να σκοτώνει τους αντιστεκόμενους όλων των ηλικιών
Επειδή...οι μπάτσοι ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα είναι κάτι άλλο από γουρούνια και δολοφόνοι
Επειδή...οι δικαστές πάντα θα φιλάνε τις κατουρημένες ποδιές των καθαρμάτων που τους χορήγησαν πανεπιστήμιο και καριέρα
Επειδή...Ζωή δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά συνεχή σύγκρουση με τις δυνάμεις που παράγουν θάνατο σε όλες τις μορφές του
Επειδή...το όνειρο των ανθρώπων το αποτελούν οι έμποροι,οι κομματάρχες,οι βιαστές,οι δημαγωγοί,οι ψηφοφόροι και οι καταναλωτές
Επειδή...δεν έχει νόημα η <<φαντασία>> που φιλοδοξεί να πάει στην εξουσία
...γι΄αυτό είμαστε υπερήφανοι που είμαστε...
******************(Α)ΝΑΡΧΙΚΟΙ******************

Άρης Βελουχιώτης

Άρης Βελουχιώτης

Che Guevara

Subcomandante MARCOS

Pancho Villa.

Emiliano Zapata

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ

(ΟΔΟΔΕΙΚΤΗΣ ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ)

1. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Ο ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ – Ο ΠΑΛΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΘΑΜΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗ ΣΚΟΝΗ ΤΗΣ ΠΛΗΞΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

2. ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ ΑΠΕΚΔΥΟΜΕΘΑ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΑΣ ΔΕΡΜΑ – ΟΛΟΓΥΜΝΟΙ ΚΙ ΩΡΑΙΟΙ ΩΣ ΟΝΕΙΡΑ ΕΑΡΙΝΑ, ΒΑΔΙΖΟΥΜΕ ΠΡΟΣ AYTO ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΦΑΝΕΡΩΘΕΙ ΑΚΟΜΑ

3. ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ – ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΑ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ

4. ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΙΡΙΔΙΖΟΥΣΕΣ ΠΟΜΦΟΛΥΓΕΣ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ ΜΑΣ – ΑΝΑΖΗΤΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΤΟΠΟ ΝΑ ΑΠΟΙΚΗΣΟΥΜΕ

5. ΠΥΡΠΟΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΕΦΥΡΕΣ “ΠΑΡΕΛΘΟΝ” ΚΑΙ “ΜΕΛΛΟΝ” – ΔΕΝ ΜΑ΄Σ ΤΡΟΜΑΖΕΙ ΤΟ ΧΑΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΜΑΣ – ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΜΕΤΕΩΡΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ “ΤΩΡΑ”

6. ΛΕΞΕΙΣ-ΜΟΛΟΤΩΦ ΣΚΑΝΕ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΚΑΙ ΠΥΡΠΟΛΟΥΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ – ΠΡΟΣΟΧΗ! ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΕΥΛΕΚΤΑ ΑΠ’ ΤΗ ΒΕΝΖΙΝΗ

7. ΘΡΥΜΜΑΤΙΖΟΥΜΕ ΤΗ ΒΙΤΡΙΝΑ ΤΟΥ ΕΓΩΙΣΜΟΥ – ΚΑΙΜΕ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΜΕ Ο,ΤΙ ΦΥΛΑΚΙΖΕΙ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΜΑΣ

8. ΟΙ ΚΡΑΥΓΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΜΑΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΓΙΓΑΝΤΙΑ ΚΛΑΔΙΑ –ΔΕΣΤΕ! ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΔΕΝΟΥΝ ΣΧΟΙΝΙΑ – ΚΑΝΟΥΝ ΚΟΥΝΙΑ – ΓΕΛΟΥΝ ΚΑΙ ΚΡΕΜΟΥΝ ΕΝΑΝ ΧΟΝΤΡΟ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ

9. ΠΩ΄Σ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΝΑ ΔΙΚΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΘΩΩΤΗΤΑ; – Η ΑΘΩΩΤΗΤΑ ΑΠΟ ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΣΕ ΑΧΡΗΣΤΙΑ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

10. ΟΙ ΝΟΜΟΙ ΕΙΝΑΙ ΦΕΡΕΤΡΑ – Η ΤΑΞΗ, ΤΑ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ ΧΕΡΙΑ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥΣ

11. ΔΕΣΤΕ! – ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΜΑΣ ΕΓΙΝΑΝ ΦΛΟΓΕΣ! ΨΗΛΑΦΟΥΝ ΤΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ

12. ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΡΑΦΟ – ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΚΡΑΤΑΜΕ ΕΜΕΙΣ ΤΟ ΣΤΥΛΟ

13. Η “ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ” ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ – ΞΑΦΝΙΚΑ ΣΧΙΖΕΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΟΥ – ΤΑ ΣΤΗΘΗ ΤΟΥ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΚΑΙ ΠΕΤΟΥΝ – ΣΤΗ ΘΕΑ ΤΟΥ ΑΙΔΟΙΟΥ ΤΟΥ ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΥΠΟΧΩΡΟΥΝ ΠΑΝΙΚΟΒΛΗΤΕΣ

14. ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΣΤΕΝΟΜΥΑΛΟΥΣ: ΠΕΤΑΞΤΕ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ – ΑΦΗΣΤΕ ΚΕΝΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΑΣ, ΝΑ ’ΡΘΟΥΝ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ ΝΑ ΦΩΛΙΑΣΟΥΝ. ΝΑ ’ΡΘΕΙ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΑΝΟΙΞΗ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ!

15. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ: ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ – ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ – ΤΩΡΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ – ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΕΝΤΟΣ ΜΑΣ

16. ΜΕ ΒΟΓΓΗΤΑ, ΣΚΟΤΑΔΙΑ, ΔΑΚΡΥΑ, ΚΡΟΤΟΥΣ, ΚΡΑΥΓΕΣ, ΛΑΜΨΕΙΣ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ Θ’ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΠΙΟ ΤΡΥΦΕΡΟ, “Σ’ ΑΓΑΠΩ”

17. ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΛΙΑΧΤΩΝ ΜΑΣ, Ο ΑΝΕΜΟΣ ΡΑΒΕΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

18. ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΧΕΤΕ ΤΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ – ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ – ΓΙΑΤΙ Ο,ΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΣΤΕ, ΑΥΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΑ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ

19. ΦΟΒΑΣΤΕ ΓΙΑΤΙ ΠΟΤΕ΄ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΑΤΕ – ΕΙΣΤΕ ΕΝΑ ΑΝΟΥΣΙΟ ΟΝΕΙΡΟ – ΜΟΛΙΣ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΘΑ ΔΙΑΛΥΘΕΙΤΕ ΣΑΝ ΠΡΩΙΝΗ ΟΜΙΧΛΗ – Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΑ

20. ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΚΟΙΤΑΖΟΥΜΕ ΤΑ ΧΑΡΤΟΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΤΙ ΜΑ΄Σ ΧΡΗΣΙΜΕΥΑΝ

21. ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΟΥΜΕ ΑΠΑΞ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ: Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΧΩΡΙΣ ΕΜΑΣ – ΕΜΕΙΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΗΝ (ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ) – Η ΕΞΟΥΣΙΑ ΡΟΥΦΑΕΙ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΜΑΣ – ΛΕΗΛΑΤΕΙ ΤΗ ΖΩΗ

22. ΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΤΟ, ΠΕΤΥΧΑΙΝΕΙ! ΕΜΦΑΝΙΣΤΕ ΚΙ ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΝΟΙΓΟΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ

23. ΖΩ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ, ΑΝΑ ΠΑΣΑ ΣΤΙΓΜΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΩ ΚΟΣΜΟΥΣ – Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ Ή ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗ, Ή ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΟΛΟΥ

24. ΔΕΣΤΕ! ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΚΑΠΝΟΥΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΓΟΝΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΥΡΠΟΛΗΜΕΝΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ, Η ΣΕΛΗΝΗ ΔΙΑΒΑΙΝΕΙ ΑΤΑΡΑΧΗ – ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΕΙΤΕ! ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΚΡΟΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΑ, ΜΙΑ ΑΠΟΚΟΣΜΗ ΜΕΛΩΔΙΑ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ

25. ΧΡΟΝΙΑ ΚΟΥΚΟΥΛΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΙΣ ΒΡΩΜΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΙΑΣ, ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΑ ΛΟΓΟ ΝΑ ΣΗΚΩΘΩ ΑΠ’ ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ – ΞΑΦΝΙΚΑ ΘΥΜΗΘΗΚΑ ΟΤΙ ΕΙΧΑ ΝΑ ΦΤΙΑΞΩ ΕΝΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΠΕΤΑΧΤΗΚΑ ΟΡΘΙΟΣ

26. ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΕΙ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ, ΕΧΕΙ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΣΟΒΑΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ – ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΖΕΙ


ο αγώνας ενάντια στην λήθη είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία (Α)

ο αγώνας ενάντια στην λήθη είναι αγώνας ενάντια στην εξουσία (Α)

"ΦΑΝΤΑΖΕΤΕ ΩΡΑΙΟΙ ΠΝΙΓΜΕΝΟΙ ΜΕΣ ΣΤΑ ΧΡΕΗ... ...ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ"

"ΦΑΝΤΑΖΕΤΕ ΩΡΑΙΟΙ ΠΝΙΓΜΕΝΟΙ ΜΕΣ ΣΤΑ ΧΡΕΗ... ...ΦΟΝΙΑΔΕΣ ΤΩΝ ΛΑΩΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ"

Θα ΜΑΣ ΗΡΕΜΗΣΕΙ ΜΟΝΟ η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ! ! !